Monday, August 19, 2013

Πως να κρυφτεις απο το φεγγαρι ;

Χθες ηταν μια εξαιρετικα περιεργη νυχτα . Μεσα στην σιγαλια του κοσμου η καρδια μου αρχισε σαν τρελη να ανεβαζει τους παλμους της , λες και την κυνηγουσαν . Συναμα το σωμα μου , ηταν κυριευμενο απο μια τοσο περιργη αισθηση ΄ ηταν σαν καθε κυτταρο του κορμιου μου να εσπρωχνε αργα αλλα σταθερα ολοκληρο τον εαυτο μου να φυγει απο την καρεκλα που ειχε
προσηλωθει . Ετσι και εγινε . Μολις ενιωσα πως με νικουσε αυτη η ορμη , αντι να αντισταθω και να διερευνησω τι μου γινοταν και γιατι , αφησα το διαμονιο αυτο να με κυριευσει και να μου υποδειξει την διαδρομη που θα χαραζα σε εκεινο τον περιπατο που με ωθουσε . 
  Αρχισα , λοιπον , και εγω να περπαταω και να πηγαινω στο πουθενα και στο παντα συγχρονως . Πορεια δεν ειχα παρα μονο που με πηγαιναν τα ποδια μου . Ολα ηταν τοσο νωχελικα και συγκεχυμενα μες το μυαλο μου , που οποιαδηποτε προσπαθεια να δραπετευσω απο τα χερια αυτου του δαιμονα απεβαινε ματαιη εως και αδυνατη. Μονο σε μια στιγμη διακοπηκε το περπατημα μου . Μονο οταν ενιωσα καποιες ζεστες σταγονες να λουζουν τα ποδια μου . Εσκυψα , μαλλον μηχανικα παρα επειδη σοκαριστηκα , και ειδα πως οι πιτσιλιες αυτες δεν ηταν σταγονες απο τον ουρανο ,αλλα δικα μου δακρυα που χωρις καν να το καταλαβω ειχαν δραπετευσει απο τα ματια μου και μανιασμενα αρχισαν να τρεχουν κατα μηκος του προσωπου μου για να πεθανουν για χαρη της ελευθεριας , πανω σε δυο βρωμικα ποδια , οπως τα δικα μου . Μονο τοτε γυρισα στην πραγματικοτητα και εσβησα το μυαλο μου , καθως απο την υπερλειτουργια αρχισε να κολλαει και να με πληγωνει . Σκουπισα τα ματια μου  και συνεχισα να περπαταω , οχι ομως επειδη με κυριευσε ο εαυτος μου , αλλα επειδη δεν ειχα τιποτα να κανω αν γυριζα πισω . 
  Οσο περπατουσα τοσο πιο εντονα ενιωθα τα δακρυα να κυλανε . Ηθελα να με χαστουκισω και να συνεφερω τον εαυτο μου , αλλα καθε φορα που προσπαθουσα , υπεκυπτα σε μια ακαταμαχητη θλιψη που μονο κατω απο τον  Αυγουστιατικο ουρανο την νιωθεις . Ειναι εκεινη η ιδεα του τελους της θερινης περιοδου που σε κανει να χανεσαι και να φοβασαι για το τι θα ακολουθησει οταν ο αερας παγωσει και αντι να σε χαιδευει απαλα στο προσωπο , αρχιζει βαναυσα να σε μαστιγωνει . Σε ολη τη διαδρομη , παντως , ενιωθα πως καποιος με παρακολουθουσε . Πεντεη εξι φορες γυρισα να δω αν ηταν κανεις πισω μου , ωστοσο , μονο η σκια μου φαινοταν να ειναι το μονο ατομο που ερχοταν απο πισω μου . Η ψυχη μου αρχισε απροσμενα να τρεμει 'δεν ξερω τι φοβαταν . Περασαν μοναχα 10 λεπτα για να καταλαβω τι με εκανε να τρεμω σαν ενα κλωναρι που ο αερας προσπαθει να το ξεριζωσει . Φοβομουν τον κοσμο που με εβλεπε να καταρρεω . Με αλλα λογια φοβομουν εκεινον τον αγνωστο επισκεπτη που με κατασκοπευε . Φοβομουν το φεγγαρι ! Εκεινο στη γεμωση του φανταζε νε ματι καρφιτσωμενο πανω στον σκοτεινο ουρανο. Φαινοταν χολωμενο και μεγαλο , με ουλες βαθειες να ξεπροβαλλουν στην οψη του . Αυτο το φεγγαρι με κατασκεπευε και εγω δεν το ηξερα . Ηταν το ματι του συμπαντος που με φωτογραφιζε να υποφερω χωρις αιτια και λογο. 
  Αμεσως μολις το αντιληφθηκα αρχισα να τρεχω για να βρω μια γωνια να κρυφτω . Γνωριζα πως η χλωμη οψη μου εκεινη τη στιγμη θα δυσαρεστουσε τον μοναχικο δορυφορο της γης . Οπου ομως και αν πηγαινα , οσο γρηγορα και αν ετρεχα δεν μπορουσα να του κρυφτω . Παντου με ακολουθουσε σαν ενα πιστο γερικο σκυλι , που λιγο πριν το τελος του ακολουθει τον αφεντη του για να ξεψυχησει διπλα του . Ετσι αλλαφιασμενη που ημουν κρυφτηκα σε ενα δρομακι που το καλυπταν κατι ψηλα βαθυ πρασινα πευκα . Κατω απο την προστασια τους ο ουρανος δεν φαινοταν και αυτο με εκανε να ηρεμησω για λιγο . Ημουν ετοιμη να αγγιξω την υστατη εξαψη απο τη χαρα που ξεγελασα το φεγγαρι . Ομως οταν απεκτησα την αυτοκυριαρχια μου και κοιταξα γυρω μου , ειδα πως ακομα και μεσα απο τις πευκοβελονες οι ακτιδες του εισχωρουσαν στο καταφυγιο μου και προσπαθουσαν να με ααγιξουν , πραγμα που τελικα και εκαναν . Τοτε παραδοθηκα στο Συμπαν , που με μια μυστικη φωνη  , η οποια αρχισε να αντηχει πρωτα μεσα που και μετα να εξαπλωνεται και γυρω μου αγκαλιαζοντας την πλαση , αρχισε να με γαληνευει και να με οδηγει στα βραχια που κοιμουνταν οι γλαροι . Εκει σε αυτο το ακρο ρου κοσμου που εφτασα , αφεθηκα ελευθερη στα χερια της Μητερας μου , η οποια με αγκαλιασε με τα υγρα της χερια και δροσισε τη φωτια που εκαιγε τα σωθικα μου . Με αυτο το φιλι για καληνυχτα γυρισα στο σπιτι μου και κοιμηθηκα  , οχι ησυχα , αλλα καλα .